Κυριακή, 24 Οκτωβρίου 2010

Γ. Βέλτσος. Η γραβάτα του Κακλαμάνη

Θα όφειλα άραγε να προσφύγω στον αρχαιοελληνικό όρο «τα παρωδά»- στα άσματα δηλαδή που εισάγουν στη σκηνή οι κλόουν της εποχής αφηγούμενοι τα γελοία, όταν οι ραψωδοί διακόπτουν την απαγγελία τους- προκειμένου να χαρακτηρίσω και εγώ τα καμώματα επί σκηνής των πολιτικών; Παίζουν με τις λέξεις προς ιδίαν τέρψιν, ως φαίνεται, και ασφαλώς προς ίδιον όφελος. (Ο Τσοχατζόπουλος, θύμα κλοπής!)
Στην ωδή του πολιτικού στοιχείου η παρωδία του πολιτικού λόγου συνεχίζει εξακολουθητικά τον χαβά της με διαπληκτισμούς στα κανάλια, ενώ θα έπρεπε να σωπαίνει. Αλλά ο εμπαιγμός είναι δική μας επιλογή: επί χρόνια τούς ακούμε και τους ψηφίζουμε. Δεν βρίσκω για αυτό άλλον λόγο από τον εθισμό ή έναν ηθολογικό τροπισμό όπου η νυχτερίδα βλέπει φωτεινή οθόνη και στουκάρει. Και αν υπάρχει φως στο τούνελ αυτού του πειραματικού εργαστηρίου που είναι η Ελλάδα, το φως είναι τα φώτα από το επόμενο τούνελ.



Τα αίτια δεν είναι μόνο αισθητηριακής φύσεως, παρ΄ ότι ο Μούζιλ στον «Ανθρωπο χωρίς ιδιότητες» αναρωτιέται αν «δεν αποκλείεται ο στενόμυαλος αστός να έχει προαισθανθεί προφητικά την απαρχή ενός νέου συλλογικού “ηρωισμού”, όπως των μυρμηγκιών». Μόνο που, εμείς, είμαστε τα τζιτζίκια που τραγουδάμε ακόμη. Αλλά όχι για πολύ.

Προσωπικά δεν βρίσκω άλλο εργαλείο για τη μέτρηση της βλακείας από την ψυχανάλυση. Είναι ο μόνος τρόπος που, με συλλογισμούς περίπου ακατανόητους (η περίπτωση του Λακάν), έχει τον πλάγιο τρόπο να αντιλαμβάνεται το αδύνατο Πραγματικό. Φέρ΄ ειπείν, για το υψηλό ακόμη δημοσκοπικό ποσοστό του δικομματισμού στις προσεχείς εκλογές- έναντι του 33% της αποχής-, η ψυχαναλυτική διαβεβαίωση: «Θεραπεία δεν υπάρχει», φτάνει και περισσεύει. Το δε πολιτικό έκζεμα θα απλώνεται όλο και περισσότερο σε τρυφερές επιδερμίδες, από τα τραπεζάκια στον προαύλιο χώρο των πανεπιστημίων. Διερωτώμαι αν ο γράφων- απελπισμένος και αυτός κοινωνός του θεάματος- θα μπορούσε, για τις ανάγκες έστω μιας ματαιόδοξης αρθρογραφίας, να ψελλίσει επί του προκειμένου δύο- τρία πράγματα.
Πρώτον, δεν σταματήσαμε, παρά το ΔΝΤ, να ζούμε στην παγίδα των φαντασιακών θεσμίσεων που προάγουν ανόητες ταυτίσεις, όπως π.χ.: «Ο λαός κυρίαρχος». (Ο διεφθαρμένος;) Αλλά ένας στους έντεκα πάει στα δημόσια συσσίτια της Πειραιώς. Ο Εφραίμ ευφραίνεται από τους Ρουσόπουλους, ο Ρόκο από τη Siemens, o Καρατζαφέρης από όσους τον «παίζουν» καθημερινά.
Δεύτερον, η πολιτική είναι για τους πολιτικούς το αντίδοτο του θανάτου («Καλή σας νύχτα, κύριε Μητσοτάκη»). Για τους υπόλοιπους είναι το Ωνάσειο.
Τρίτον, η επιθυμία καθυπόταξης του άλλου επιτείνεται εδώ από την πλευρά του υποτιθέμενου «κυρίου». Ο «δούλος» (εμείς) μόνο με μια πολιτική που αντλεί τη δύναμή της από την περιβόητη «δύναμη του αδυνάτου» διασώζεται. Και αφού, όπως λέγεται, ο άνθρωπος ουδέποτε ισούται με το λογιστικό υπόλοιπο της ιστορίας του, ψηφίζει τον αδύνατο Καμίνη, τον οποίο αδυνατίζει εξ ορισμού η κομματική συλλογιστική του ΠαΣοΚ που υποτίθεται ότι τον στηρίζει. Ο Καμίνης δεν πρόκειται να υπερψηφιστεί. Η Αθήνα ανήκει στον Κακλαμάνη της, όπως και η Κεντρική Μακεδονία στον Ψωμιάδη. Σε αυτούς ανήκει και ο κυνισμός των αδέσποτών τους, που σκατώνουν τα πεζοδρόμια. Αθήνα και Θεσσαλονίκη ανήκουν στα σκυλιά. Ισως μια ενδόμυχη ετερογένεια να ανακόψει το απονενοημένο διάβημα του τέως Συνηγόρου του Πολίτη και να μη συνεχίσει πολιτευόμενος.
Τέταρτον, η πολιτική εμφανίζεται στη σκηνή της φαντασίωσης των υποψήφιων μαγείρων ενός πανελλήνιου Τop Chef, διότι εκεί «μαγειρεύονται» οι τύχες μας, με τα κρεμμυδάκια. (Αρκεί να δει κανείς κριτές και κρινόμενους στις δεσπόζουσες εκπομπές των δύο μεγάλων καναλιών για να καταλάβει τη μετωνυμική σχέση του πολιτικού με την απόλαυση, λίγο μετά τα σόου του Τράγκα και των άλλων.)
Είμαι από αυτούς τους αναγκασμένους γραφομανείς που γνωρίζουν πως γραφή, και αρθρογραφία, σημαίνει ότι καταλαμβάνεις τη θέση του νεκρού. Αλλά δεν θα πάψω να διερωτώμαι: Τι στο διάολο νομίζουν οι ζωντανοί;
Γιατί ορισμένοι άνθρωποι ζητιανεύουν ένα κομμάτι από την εξουσία (και ο Δημαράς), ενώ δεν έχουν κανένα συμφέρον να το κάνουν; Στο δύσκολο αυτό ερώτημα ο πάλαι ποτέ Βίλχελμ Ράιχ απαντά: «Οι μάζες δεν ξεγελάστηκαν, επιθύμησαν πραγματικά τον φασισμό, τη συγκεκριμένη στιγμή».
Το ζήτημα είναι αν και τώρα τον επιθυμούν. Νομίζω, ναι. Στις πολυεθνικές της Συγγρού απαγορεύεται να είσαι πίσω από τα γκισέ αν δεν φοράς μεταξωτή γραβάτα, στα παλ χρώματα που προτιμά ο κύριος Κακλαμάνης. Φασισμός δεν είναι μόνο να σ΄ εμποδίζουν να κάνεις κάτι αλλά και να σε υποχρεώνουν να το κάνεις. Εχουμε εκλογές; Ψηφίστε! Ή, για πιο σίγουρα, ρίξτε τα «χαρτιά» στους σκουπιδοτενεκέδες που αγόρασε ο κ. Κακλαμάνης από τον σύζυγο της Φεβρωνίας Πατριανάκου, όπως μας είπε ο Γ. Καμίνης.
ΤΟ ΒΗΜΑ, 24 Οκτωβρίου 2010

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails