Σάββατο, 4 Δεκεμβρίου 2010

Διαβουλευτικές αναρωτήσεις

 του Μάνου Σπυριδάκη

Από τις 23/10/2010 κυκλοφορεί προς διαβούλευση το σχέδιο νόμου του Υπουργείου Παιδείας αναφορικά με τις φανταχτερές αλλαγές στα ΑΕΙ και τα ΤΕΙ. Έχω την αίσθηση ότι μια σημαντική πλειοψηφία από τους συναδέλφους δεν αναγνωρίζει κάποια πτυχή του επαγγελματικού εαυτού του σε αυτό το κείμενο, το οποίο έχει ήδη υποστεί αμφισβήτηση και κριτική ως προς την ίδια του τη σύνταξη. Όσο πιο αμφίσημη καθίσταται αυτή η σύνταξη τόσο πιο επικίνδυνη αναφαίνεται η στόχευση των προθέσεών του. Ο Louis Althusser είπε κάποτε ότι οι λέξεις είναι ή εργαλεία ή όπλα. Στην περίπτωση μας το οπλικό σύστημα του κειμένου επιφυλάσσει μη αναστρέψιμες αλλαγές στη ανώτατη εκπαίδευση χρησιμοποιώντας ένα κολάζ «καλών πρακτικών», όπως θα το έθετε μια μανατζερίστικη λογική, οι οποίες, ωστόσο, αποπνέουν σημαντικότατες πολιτικές επιδιώξεις. Κατά τη γνώμη μου, η κυριότερη εξ αυτών είναι η χειραγώγηση της ανώτατης εκπαίδευσης και η σταδιακή της υποβάθμιση σε κέντρο «μεταλυκειακής αριστείας».
Διαβάζοντας κανείς το «διαβουλευτικό» κείμενο επιβεβαιώνει το αυτονόητο, εδώ και χρόνια στους κόλπους της πανεπιστημιακής κοινότητας, ότι η ανώτατη εκπαίδευση είναι έρμαιο πολιτικών σχεδιασμών δίχως προσανατολισμό, δίχως υλική υποστήριξη, δίχως πολιτική για την έρευνα, δίχως στρατηγική, δίχως αξιοπιστία, εν τέλει δίχως όραμα. Είναι κάτι παραπάνω από βέβαιο ότι ουδείς από τους συναδέλφους θα διαφωνούσε ότι αλλαγές χρειάζεται να γίνουν. Γνωρίζουν εξάλλου πολύ καλά τα δυνατά και αδύνατα σημεία του συστήματος το οποίο, ας μου επιτραπεί να υποστηρίξω, οι πλείστοι εξ αυτών, υπηρετούν με συνέπεια και πολλές φορές με κόστος, προσωπικό και οικονομικό. Ωστόσο, η κεντρική εξουσία δεν μπόρεσε ποτέ, ιδιαίτερα από το τέλος της χούντας και μετά, να υπερβεί τον εαυτό της και να αφήσει την πανεπιστημιακή κοινότητα να πάρει το δρόμο της. Η κύρια ευθύνη πρέπει να αναζητηθεί σε αυτό το κομβικό σημείο επαφής και οι δικανικοί λόγοι περί ριζικών αλλαγών το τεκμηριώνουν περίτρανα. Όπως περίτρανα αποδεικνύεται και το ανερμάτιστο του περιεχομένου τους, εάν ρίξει κανείς μια ματιά σε πανεπιστημιακές δομές άλλων χωρών για να διαπιστώσει ότι οι προτεινόμενες «αλλαγές» δεν αποτελούν παρά το δυνάμει εγχώριο κακέκτυπό τους. Και για να χαριτολογήσουμε κάπως, εξ όσων γνωρίζω και έχω ζήσει, οι «αλλαγές» αυτές ισχύουν…..στην Αλβανία (δίχως διάθεση υποτίμησης της χώρας, αλλά με προφανή διάθεση Αριστοφανικής υπερβολής και μόνο) σε ιδιωτικό Πανεπιστήμιο, όπου ο Πρύτανης είναι προτεινόμενος, κατά Big Brother, από ένα αόρατο και αδιόρατο συμβούλιο που λειτουργεί, όπως ακριβώς το αόρατο και αδιόρατο χέρι του Adam Smith. Ποιος ελέγχει το ίδιο το συμβούλιο; Ποιος το αξιολογεί; Ποιος το εκλέγει; Ποιος το παύει; Ποιος ξέρει!!! Την ίδια στιγμή τα δίδακτρα καθορίζονται κατά το νόμο της προσφοράς και ζήτησης, το πρόγραμμα σπουδών μονάχα από ό,τι ζητάει η οικονομία της αγοράς, η έρευνα είναι terra incognita, αλλά όχι και ζητούμενο (άλλωστε τι να ερευνηθεί πια αφού η επιστήμη έχει ήδη ανακαλύψει όλα όσα χρειαζόμαστε, άρα θεωρείται ότι ο κύκλος της ίσως και έχει ολοκληρωθεί!!!!), οι διδάσκοντες πάνε και έρχονται, προτεινόμενοι και αυτοί, οι δε κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες δεν υφίστανται, διότι δεν έχουν εφαρμοσιμότητα (αφού τα κοινωνικά φαινόμενα μπορούν να κατανοηθούν, όπως τα σύννεφα που φέρνουν τη βροχή!!!). Το όνομα δε του πανεπιστημίου, (με το αρχικό Π, μικρό), U.F.O. !!! Ο συμβολισμός του υπαρκτού ας γίνει αντικείμενο παραδειγματικής επεξεργασίας. Πάντως, μια ανάγνωση μπορεί να είναι εφικτή, ότι η πανεπιστημιακή κοινότητα, όπως και η κοινωνική δομή ευρύτερα, έχει κουραστεί από «εμβριθή» μεταρρυθμιστικά σοκ.

Εξηγούμαι: χρειάζεται να ζήσω σε άλλη χώρα απλά για να είμαι καλός στη δουλειά μου; Χρειάζεται να αναζητώ κονδύλια για έρευνα (την οποία οι περισσότεροι πανεπιστημιακοί χρηματοδοτούν από τη δική τους τσέπη) από ιδιωτικούς φορείς, όταν το ίδιο το Υπουργείο καθυστερεί, «υποδειγματικά», προγράμματα, όπως ο Ηράκλειτος και προσφάτως ο Θαλής; Χρειάζεται να τίθενται σε εργασιακή ομηρεία και να προλεταριοποιούνται οι συνάδελφοι διδάσκοντες 407 και οσονούπω οι Λέκτορες, οι Επίκουροι και οι υπόλοιπες βαθμίδες πολύ πιθανώς; Χρειάζεται να ακούμε διαρκώς αυτό το ψευδεπίγραφο επιχείρημα περί σύνδεσης του Πανεπιστημίου με την αγορά εργασίας, όταν απαλείφεται σκόπιμα από τη συζήτηση ότι ο ρόλος και η αποστολή των ιδρυμάτων δεν είναι η διαμόρφωση της αγοράς εργασίας αλλά η βελτίωση του σκέπτεσθαι και της ευημερίας της κοινωνίας καθώς και ότι τα κακώς κείμενα σε αυτή οφείλονται αποκλειστικά και μόνο στην αρνητική λειτουργία της ίδιας της οικονομίας της αγοράς τη βία της οποίας βιώνει η χώρα την τρέχουσα περίοδο; Χρειάζεται να ακούμε ότι το πανεπιστήμιο είναι διεφθαρμένο, όταν, οι, ελέω κληρονομίας, κυβερνήσεις των διαχρονικών και αναπαραγόμενων σκανδάλων δεν μπορούν να πατάξουν τη διαφθορά και να ζήσουν δίχως το πελατειακό σύστημα, την ίδια στιγμή που τα ακαδημαϊκά ιδρύματα, με όλες τους, όντως, τις αδυναμίες και τα δικά τους, ωστόσο, πελατειακά συστήματα, αποτελούν ένα από τα τελευταία οχυρά ενάντια στη φαυλότητα, την υποκουλτούρα και την αναξιοκρατία; Χρειάζεται να υφιστάμεθα τη ρητορική περί διεθνοποίησης η οποία, ως αυταπόδεικτο επιχείρημα, θεωρείται διαδικασία ακαδημαϊκής εμπιστοσύνης και κύρους, τη στιγμή που Έλληνες απόφοιτοι Ελληνικών Πανεπιστημίων διαπρέπουν στο εξωτερικό με επιστημονικά εργαλεία που δεν τα έμαθαν στο Harvard αλλά στον τόπο τους και τη στιγμή που η γραφειοκρατική εξουσία και οι παρατρεχάμενοι της δεν δίνουν τα απαραίτητα κονδύλια για την ανανέωση των συμφωνιών με τους Wiley και Elsevier; Χρειάζεται να υιοθετούμε μια αντίληψη επαρχιώτικου τύπου, ότι μονάχα η συγγραφή άρθρων και μελετών σε ξενόγλωσσα επιστημονικά περιοδικά είναι έγκυρη; Ας μαθαίνουμε αγγλικά τότε ήδη από την προσχολική ηλικία και όποιος μπορεί ας ακολουθεί……….
Είναι πολλά αυτά που μπορεί κανείς να πει, υπέρ και ενάντια, ωστόσο, σε ένα πλαίσιο άλλο, διαφορετικό και όχι προσχηματικού διαλόγου. Αυτός ο διάλογος, ο επιστημονικός, ο ουσιαστικός, ο ακαδημαϊκός είναι απαραίτητο να διενεργηθεί πρώτα και κύρια από τους ίδιους τους πανεπιστημιακούς. Αυτή η πρωτοβουλία θα αποτελεί ταυτόχρονα και κοινωνική λογοδοσία και υπεύθυνη στάση καθώς και πρωτοποριακή δραστηριότητα για τα σημερινά δεδομένα του πολιτιστικού τέλματος, του ιδεολογικού αποπροσανατολισμού και της οικονομικής πτώχευσης. Η βάση του διαλόγου πρέπει να προέρχεται από εκείνους που βιώνουν την καθημερινή πραγματικότητα του ελληνικού πανεπιστημίου με τα προβλήματα, τις αρετές και τις δυστοπίες του:
Οι υφιστάμενες βαθμίδες εξυπηρετούν έναν σκοπό, λειτουργικό αλλά και δείχνουν τον βαθμό ωρίμανσης των ακαδημαϊκών δασκάλων. Αντί να καταργούνται στο όνομα μιας «μνημονιακής» λογικής εξοικονόμησης χρημάτων μπορούν να γίνουν περισσότερο παραγωγικές μέσα από μια περίοδο δοκιμασίας σε κάθε εξέλιξη. Και εδώ, το φλέγον ζήτημα, δεν είναι η μονιμοποίηση και ότι αυτή μετατρέπει κάποιον σε εφησυχασμένο υπάλληλο αλλά το πλαίσιο όπου αυτή εντάσσεται. Αν σκεφτούμε αντίστροφα, η εργασιακή ανασφάλεια μονάχα έρευνα και ποιοτική διδασκαλία δεν παράγει.
Ανάδειξη του υφιστάμενου έργου των υπηρετούντων μελών ΔΕΠ. Είναι κάτι παραπάνω από βέβαιο ότι οι ακαδημαϊκοί δάσκαλοι πιστεύουν σε αυτό που τάχθηκαν να κάνουν. Στην παρούσα φάση το έργο τους όχι μονάχα δε γίνεται γνωστό αλλά η κοινωνία δεν είναι σε θέση να γνωρίζει τι ακριβώς έργο επιτελούν και κάτω από ποιές συνθήκες. Η ανάδειξη αυτή είναι ευθύνη δική τους, είναι αυτοί που χρειάζεται να προστατέψουν και να καταδείξουν, όχι το πόσο «χρήσιμοι» είναι, αλλά το πόσο αναγκαίοι είναι.
Ας μην παίζουμε με λέξεις, όπως αυτοτέλεια και αυτοδιοίκητο. Εδώ υποκρύπτεται από την κρατική πλευρά μια λογική οικονομικής εξάρτησης, η οποία δεν στέκει συνταγματικά. Η αυτοτέλεια δε σχετίζεται με αμιγώς οικονομικά κριτήρια αλλά πάνω από όλα με θεσμικά. Ο θεσμός έχει σημασία και τη σημασία του. Όπου δεν λειτούργησε ορθά ως τέτοιος, αυτό είχε επίπτωση και στην οικονομική διάσταση. Πώς θα θωρακιστεί περαιτέρω αυτός ο θεσμός στην υποθετική περίπτωση που κάποιος άλλος ή άλλοι θα αποφασίζουν για το χαρακτήρα και τον προσανατολισμό της έρευνας στα ιδρύματα; Τι θα υποστηρίζεται στην περίπτωση αυτή; Ότι υπάρχει αυτοτέλεια αλλά με άλλους όρους; Ας θυμηθούμε: οι λέξεις είναι ή εργαλεία ή όπλα. Το δεδομένο της αυτοτέλειας οι ίδιοι οι πανεπιστημιακοί είναι απαραίτητο και να τον διαφυλάξουν και να τον ενδυναμώσουν με αναφορά στην κοινωνία που υπηρετούν. Εκεί χρειάζεται να λογοδοτούν και όχι σε «συμβούλια» αόρατης και αδιόρατης προέλευσης.
Οι ίδιοι οι Πανεπιστημιακοί δάσκαλοι χρειάζεται να αφιερώνουν τις δυνάμεις και την εργασία τους αποκλειστικά σε αυτό που τάχθηκαν, την έρευνα και τη διδασκαλία. Η παράλληλη ενασχόληση τους σε άλλες αμειβόμενες δραστηριότητες ή ως στελέχη του πολιτικού προσωπικού των εκάστοτε κυβερνήσεων, ας το δεχτούμε επιτέλους, προάγει τη διαπλοκή και τον αμετροεπή καριερισμό, ιδιαίτερα σε μια περίοδο που η κοινωνία δεν «σηκώνει» την υπεροψία και την αλαζονεία της όποιας εξουσίας.
Από την άλλη, είναι προφανές ότι οι επερχόμενες αλλαγές θα αγγίξουν και τα μισθολογικά επίπεδα των πανεπιστημιακών. Η προτεινόμενη αναδιάρθρωση του τρόπου καθορισμού της μισθολογικής σχέσης υποκρύπτει αναδιάρθρωση των ίδιων των εργασιακών σχέσεων εντός του Πανεπιστημίου με τη δημιουργία πυρηνικών και δορυφορικών γνωστικών αντικειμένων και κατ’ επέκταση συναδέλφων. Εάν τούτο επικρατήσει, ό,τι θεωρείται ως «εφαρμοστέο» εκάστοτε θα αποκτά προφανώς και κατά «φυσιολογικό» τρόπο γνωστική και επιστημονική προτεραιότητα με την παράλληλη υποβάθμιση των κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών, τα πορίσματα των οποίων δεν εκλαμβάνονται ως «μετρήσιμα», διότι πολύ απλά δεν υφίσταται, έως τώρα, ουσιαστική προσπάθεια και κουλτούρα «εφαρμογής» τους από το διοικητικό δυναμικό και το πολιτικό προσωπικό της χώρας. Ως εκ τούτων, η έννοια του εφαρμοσμένου θα ταυτίζεται με την οικονομία της αγοράς με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει για την ίδια την ποιότητα της έρευνας αλλά και για τις μισθολογικές ανισότητες μεταξύ των πανεπιστημιακών καθόσον το εισόδημα τους θα εξαρτάται, πολύ απλά, από τα προγράμματα που θα διενεργούν και τις εξατομικευμένες συμβάσεις τους. Από την άλλη, όσοι δεν μπορούν να «φέρνουν» προγράμματα μάλλον θα είναι οι φτωχοί συγγενείς της πανεπιστημιακής δομής. Οι δύο ταχύτητες είναι εμφανείς ήδη. Η επερχόμενη και ενδεχόμενη νομοθετική τους κάλυψη απλά θα επιτείνει την ανισότητα, την υποχώρηση του ρόλου του κράτους ως προς αυτό που ρητορικά βαφτίζεται «κοινωνία της γνώσης» αλλά και την αποειδίκευση μιας μεγάλης μερίδας εκπαιδευτικών υψηλών ακαδημαϊκών προσόντων.
Οι παραπάνω σκέψεις ή οι οποιεσδήποτε άλλες είναι απαραίτητο και χρήσιμο να τίθενται με ψυχραιμία, νηφαλιότητα και ειλικρίνεια στο τραπέζι της συζήτησης. Συνομιλητές είναι οι φορείς της εκπαίδευσης και πάνω από όλα η κοινωνία η ίδια. Τα τελευταία 37 μεταπολιτευτικά χρόνια η ανώτατη εκπαίδευση έχει γίνει πεδίο πειραματισμών και όχι ουσιαστικού διαλόγου, έχει γίνει πεδίο εξουσιαστικών παιγνίων και όχι προσφοράς, έχει γίνει πεδίο κομματισμού και όχι καταξίωσης στην κοινωνία καθώς το πεδίο αυτό επιχειρείται να χειραγωγηθεί από πάσης φύσεως συντεχνιακά συμφέροντα την ίδια στιγμή που η ακαδημαϊκή κοινότητα και δυσφημείται, σαφώς και με δική της ευθύνη, αλλά και δεν ακούγεται. Ζούμε σε μια περίοδο υπερβολής και πάντα ζούσαμε σε μια χώρα υπερβολής, δεδομένο που έχει εκβάλλει και σε μια ανησυχία που δεν εκφράζεται αλλά και σε μια στασιμότητα που δύσκολα κάμπτεται. Όσο οι στόχοι τίθενται μαξιμαλιστικά παραμένουν ένα σχήμα διαλόγου, ανακρίβειας και εύσχημης υπεκφυγής. Ο διάλογος και ο προβληματισμός πάντοτε υπήρχε. Τώρα η πανεπιστημιακή κοινότητα έχει μια μοναδική ευκαιρία να αναδείξει την αξία της και η κεντρική εξουσία να δείξει την απαιτούμενη εμπιστοσύνη και πολιτική της επάρκεια. Δεν λύνουμε ποτέ ένα πρόβλημα δημιουργώντας ένα άλλο.

Μάνος Σπυριδάκης,
Επίκουρος Καθηγητής
Τμήμα Κοινωνικής και Εκπαιδευτικής Πολιτικής
Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails