Φυγή χωρίς τέλος από έναν κόσμο σ’ έναν άλλο
Παραμύθι αναζήτησης του αέναα διαφεύγοντα Πεσόα
Της Κατερίνας Σχινά
Της Κατερίνας Σχινά
ΦΕΡΝΑΝΤΟ ΠΕΣΟΑ
Ο οδοιπόρος
μετφρ: Μαρία Παπαδήμα
Σχέδια Πάολο Γκέτσι
εκδ. Νεφέλη, σελ. 82
Η ιδέα ότι μπορεί να διαθέτει κανείς πολλά πρόσωπα ή εαυτούς, ασφαλώς δεν αναδύθηκε, ολοκαίνουργια, στις αρχές του περασμένου αιώνα. Το καινούργιο στην περίπτωση του Φερνάντο Πεσόα, του μοναδικού δημιουργού που έγραψε με 72 διαφορετικά ονόματα-ταυτότητες -«εβδομήντα δύο φανταστικές προσωπικότητες που ενσαρκώνουν τον συγγραφέα έξω από τη δική του προσωπικότητα», όπως σημείωνε ο ίδιος- είναι ότι στο πρόσωπο και το έργο του συντελείται η οριστική κατάρρευση της ιδέας ενός εαυτού ενιαίου και συμπαγούς, ή έστω ενός κυρίαρχου εαυτού που, σαν μαέστρος, καθοδηγεί κατά βούληση τις υποδεέστερες, αλλά πάντοτε ελεγχόμενες από τον ίδιο εκδοχές του. Οι ετερώνυμοι του Πεσόα ήταν αυτόνομες υπάρξεις· οι συζητήσεις και οι διχογνωμίες τους συνέβαιναν ανεξάρτητα από τον ίδιον.
Ηταν 8 Μαρτίου 1914, όταν ο Πεσόα, μέσα σε ένα είδος έκστασης που τη φύση του δεν κατάφερνε, καθώς ομολογεί, να ορίσει, άρχισε να φαντάζεται και να αποδέχεται τον εαυτό του ως έναν άνθρωπο χωρίς χαρακτήρα, ένα σύνολο φωνών· και στις 14 του ίδιου μήνα, «η εκλεκτή τριάδα των πλέον παραγωγικών ετερωνύμων του, ο Αλμπέρτο Καέιρο, ο Αλβαρο ντε Κάμπος και ο Ρικάρντο Ρέις, καταληφθέντες αιφνιδίως από ποιητικό οίστρο, επιδόθηκαν σε ένα είδος ποιητικού διαγωνισμού, γράφοντας τις σημαντικότερες σελίδες της πορτογαλικής ποίησης», όπως σημειώνει η Μαρία Παπαδήμα και εμποδίζοντας, καθώς γράφει ο Οκτάβιο Πας, την εσωτερική συνομιλία που αέναα αφουγκραζόταν ο Πεσόα, να εκφυλιστεί σε μονόλογο, βοηθώντας τον να δει ότι «το να ηχεί κανείς όπως ο εαυτός του αποτελεί οριακή αντίφαση».
Αναπάντεχες συναντήσεις
Ο Οδοιπόρος θα γραφτεί τρία χρόνια αργότερα, σαν ένα παραμύθι αναζήτησης, με τους οικείους συμβολισμούς ανάλογων αφηγήσεων, που θέλουν το παλικάρι να εγκαταλείπει την ασφάλεια του πατρικού σπιτιού, να φεύγει χωρίς στ’ αλήθεια να γνωρίζει προς τα πού, να αποδύεται σε κάθε λογής περιπέτειες και να πραγματοποιεί αναπάντεχες συναντήσεις, ποθώντας να αδράξει εκείνο το απροσδιόριστο, συνεχώς διαφεύγον αίτημα, που δεν είναι παρά το αίτημα για μια ζωή άξια να τη ζει κανείς. Ο νεαρός εύπορος ήρωας του αφηγήματος -το οποίο ανέσυρε από τα συρτάρια του συγγραφέα η ερευνήτρια Teresa Rita Lopes, το σχολίασε και το δημοσίευσε για πρώτη φορά το 2009- ικανοποιημένος, εφησυχασμένος ως παιδί, αρκείται να κοιτάζει τους περαστικούς να διαβαίνουν πίσω σκυμμένος πάνω από τον τοίχο που περιβάλλει την οικογενειακή αγροικία· ωστόσο η εμφάνιση ενός σοβαρού, λυπημένου, κατάμαυρα ντυμένου άνδρα, θα ανατρέψει την τάξη του κόσμου του. Με μια μόνο του φράση, «Μην κοιτάζεις τον δρόμο. Ακολούθησέ τον», ο άγνωστος θα αναφλέξει την ψυχή του νέου, θα την γεμίσει αγωνία, θα πυροδοτήσει μια φυγή χωρίς τέλος, την οποία δεν μπορεί να ανακόψει ούτε ο έρωτας ούτε η ευτυχία.
