Σάββατο 30 Απριλίου 2011

Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός

Αντώνης Radical Desire
 
Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός, γεννώντας
Μες απ' την πεθαμένη γη τις πασχαλιές, σμίγοντας
Θύμηση κι επιθυμία, ταράζοντας
Με τη βροχή της άνοιξης ρίζες οκνές.

Ο χειμώνας μας ζέσταινε, σκεπάζοντας
Τη γη με το χιόνι της λησμονιάς, θρέφοντας
Λίγη ζωή μ' απόξερους βολβούς.

Ποιες ρίζες απλώνονται γρυπές, ποιοι κλώνοι δυναμώνουν
Μέσα στα πέτρινα τούτα σαρίδια; Γιέ του Ανθρώπου,
Να πεις, ή να μαντέψεις, δεν μπορείς, γιατί γνωρίζεις μόνο
Μια στοίβα σπασμένες εικόνες, όπου χτυπάει ο ήλιος,
Και δε σου δίνει σκέπη το πεθαμένο δέντρο, κι ο γρύλος ανακούφιση,
Κι η στεγνή πέτρα ήχο νερού

Κείνο το λείψανο που φύτεψες στον κήπο σου τον άλλο χρόνο,
Άρχισε να βλασταίνει; Πες μου, θ' ανθίσει εφέτο;

Τ.Σ. Έλιοτ, "Έρημη χώρα", μτφρ. Γ. Σεφέρης

Το πρώτο πράγμα που προσέχεις μετά την επιστροφή στην Ελλάδα είναι μια απόκοσμη πτώση στα ντεσιμπέλ της ατμόσφαιρας: σπανιότατα ακούς πια κάποιον να μιλά δυνατά, να καγχάζει ή να κομπορρημονεί. Η πραγματική κοινωνία είναι αρκετά πιο εσωστρεφής από τους ιστολόγους της. Κυριακή των Βαϊων, ο δρόμος απόκοσμα έρημος. Η κίνηση στις 9 το βράδυ μοιάζει σαν να αφορά τις 4 ή 5 το πρωί. Στο λεωφορείο, Τρίτη μετά το Πάσχα, πρόσωπα σκυθρωπά, κουβέντες ελάχιστες και χαμηλόφωνες. Καμία θορυβώδης παρέα γεμάτων τεστοστερόνη εφήβων, από αυτές που είχα συνηθίσει. Ο κόσμος μοιάζει να δίνει όλη του την ενέργεια για να κρατηθεί σε μια αμυντικογενή αξιοπρέπεια. Πληγωμένος μικροαστισμός και μια αδιόρατη, ανεντόπιστη αίσθηση ντροπής και ενοχής. Οι τσάντες των κυριών σφιχτά στο στήθος. Κλέβουν παντού τώρα, μέρα μεσημέρι. Αναρωτιέμαι σε τι ανταποκρίνονται οι επικλήσεις της εθνικής υπερηφάνειας σ' αυτόν τον ταπεινωμένο, φοβισμένο λαό. Η επαιτεία εξαπλωμένη. Πιάνω τον εαυτό μου να δίνει αυθόρμητα χρήματα σε έναν καλοντυμένο και ευθυτενή ηλικιωμένο κύριο. Είναι η ανακλαστική, υποσυνείδητη σκέψη "αυτός δεν θα πρεπε να ζητιανεύει, δεν θα πρεπε να είναι στον δρόμο." Γιατί όχι; Υπάρχουν άλλοι που θα πρεπε; Με τυλίγει ήδη και εμένα αυτή η πλανώμενη, γενικευμένη ενοχή. Θυμώνω με τον εαυτό μου, και μετά θυμώνω που θυμώνω με τον εαυτό μου. Την πληρώνει ο επόμενος επαίτης. Στο τέλος αποφασίζω να δίνω χρήματα τυχαία, αυθαίρετα, χωρίς κανένα κριτήριο. Είναι μια κάποια λύσις.

Το Θεσσαλονικιώτικο τοπίο "γκρίζο πάνω στο γκρίζο", που έλεγε ο Χέγκελ.

Κυριακή 3 Απριλίου 2011

Windows on the world. The Unvanquished. Egypt

Alaa Al Aswany and Matteo Pericoli
A series in which writers from around the world describe the view from their windows.
I open my window and this is the house, in the depths of central Cairo, that looks back at me.

The people who live in the city’s working-class neighborhoods are not ashamed of being poor. Instead, in this house I look at from my window, I see heroic efforts in the fight against poverty. For the most part the residents are tradesmen or public employees. There was a time when they earned enough to enjoy a comfortable life, but the waves of hardship rose suddenly and they drowned.
Originally the window on the house’s first floor was ornate glass. It was broken and repaired more than once. The last time, to keep costs down, the house’s owner put up a piece of wood in place of the glass.
In prosperous times the members of the family would pass pleasant evenings in the open air in the house’s entryway, relaxing on fine wicker chairs. The chairs broke and the father did not have the money for a new set, but he kept the shattered ones along the walls inside the entrance nevertheless. Another dream postponed, never to be realized. Just nearby is an opening in the wall for an air-conditioner. The house’s owner sealed it up and painted it over because he knows that he will never be able to buy an air-conditioner.

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails