Αντώνης Radical Desire
Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός, γεννώντας
Μες απ' την πεθαμένη γη τις πασχαλιές, σμίγοντας
Θύμηση κι επιθυμία, ταράζοντας
Με τη βροχή της άνοιξης ρίζες οκνές.
Ο χειμώνας μας ζέσταινε, σκεπάζοντας
Τη γη με το χιόνι της λησμονιάς, θρέφοντας
Λίγη ζωή μ' απόξερους βολβούς.
Ποιες ρίζες απλώνονται γρυπές, ποιοι κλώνοι δυναμώνουν
Μέσα στα πέτρινα τούτα σαρίδια; Γιέ του Ανθρώπου,
Να πεις, ή να μαντέψεις, δεν μπορείς, γιατί γνωρίζεις μόνο
Μια στοίβα σπασμένες εικόνες, όπου χτυπάει ο ήλιος,
Και δε σου δίνει σκέπη το πεθαμένο δέντρο, κι ο γρύλος ανακούφιση,
Κι η στεγνή πέτρα ήχο νερού
Κείνο το λείψανο που φύτεψες στον κήπο σου τον άλλο χρόνο,
Άρχισε να βλασταίνει; Πες μου, θ' ανθίσει εφέτο;
Τ.Σ. Έλιοτ, "Έρημη χώρα", μτφρ. Γ. Σεφέρης
Μες απ' την πεθαμένη γη τις πασχαλιές, σμίγοντας
Θύμηση κι επιθυμία, ταράζοντας
Με τη βροχή της άνοιξης ρίζες οκνές.
Ο χειμώνας μας ζέσταινε, σκεπάζοντας
Τη γη με το χιόνι της λησμονιάς, θρέφοντας
Λίγη ζωή μ' απόξερους βολβούς.
Ποιες ρίζες απλώνονται γρυπές, ποιοι κλώνοι δυναμώνουν
Μέσα στα πέτρινα τούτα σαρίδια; Γιέ του Ανθρώπου,
Να πεις, ή να μαντέψεις, δεν μπορείς, γιατί γνωρίζεις μόνο
Μια στοίβα σπασμένες εικόνες, όπου χτυπάει ο ήλιος,
Και δε σου δίνει σκέπη το πεθαμένο δέντρο, κι ο γρύλος ανακούφιση,
Κι η στεγνή πέτρα ήχο νερού
Κείνο το λείψανο που φύτεψες στον κήπο σου τον άλλο χρόνο,
Άρχισε να βλασταίνει; Πες μου, θ' ανθίσει εφέτο;
Τ.Σ. Έλιοτ, "Έρημη χώρα", μτφρ. Γ. Σεφέρης
Το πρώτο πράγμα που προσέχεις μετά την επιστροφή στην Ελλάδα είναι μια απόκοσμη πτώση στα ντεσιμπέλ της ατμόσφαιρας: σπανιότατα ακούς πια κάποιον να μιλά δυνατά, να καγχάζει ή να κομπορρημονεί. Η πραγματική κοινωνία είναι αρκετά πιο εσωστρεφής από τους ιστολόγους της. Κυριακή των Βαϊων, ο δρόμος απόκοσμα έρημος. Η κίνηση στις 9 το βράδυ μοιάζει σαν να αφορά τις 4 ή 5 το πρωί. Στο λεωφορείο, Τρίτη μετά το Πάσχα, πρόσωπα σκυθρωπά, κουβέντες ελάχιστες και χαμηλόφωνες. Καμία θορυβώδης παρέα γεμάτων τεστοστερόνη εφήβων, από αυτές που είχα συνηθίσει. Ο κόσμος μοιάζει να δίνει όλη του την ενέργεια για να κρατηθεί σε μια αμυντικογενή αξιοπρέπεια. Πληγωμένος μικροαστισμός και μια αδιόρατη, ανεντόπιστη αίσθηση ντροπής και ενοχής. Οι τσάντες των κυριών σφιχτά στο στήθος. Κλέβουν παντού τώρα, μέρα μεσημέρι. Αναρωτιέμαι σε τι ανταποκρίνονται οι επικλήσεις της εθνικής υπερηφάνειας σ' αυτόν τον ταπεινωμένο, φοβισμένο λαό. Η επαιτεία εξαπλωμένη. Πιάνω τον εαυτό μου να δίνει αυθόρμητα χρήματα σε έναν καλοντυμένο και ευθυτενή ηλικιωμένο κύριο. Είναι η ανακλαστική, υποσυνείδητη σκέψη "αυτός δεν θα πρεπε να ζητιανεύει, δεν θα πρεπε να είναι στον δρόμο." Γιατί όχι; Υπάρχουν άλλοι που θα πρεπε; Με τυλίγει ήδη και εμένα αυτή η πλανώμενη, γενικευμένη ενοχή. Θυμώνω με τον εαυτό μου, και μετά θυμώνω που θυμώνω με τον εαυτό μου. Την πληρώνει ο επόμενος επαίτης. Στο τέλος αποφασίζω να δίνω χρήματα τυχαία, αυθαίρετα, χωρίς κανένα κριτήριο. Είναι μια κάποια λύσις.
Το Θεσσαλονικιώτικο τοπίο "γκρίζο πάνω στο γκρίζο", που έλεγε ο Χέγκελ.

